H εκπαιδευτικός – συγγραφέας Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη για το βιβλίο του Λουδοβίκου των Ανωγείων

Της Γιολάντας Τσορώνη-Γεωργιάδη. Από την παρουσίαση του βιβλίου στην αίθουσα εκδηλώσεων του Βιβλιοπωλείου Σαββάλας, Πέμπτη 02 Μαρτίου 2017

Καλησπέρα σας! Καλώς ήρθατε!
Έχω τη χαρά και την ιδιαίτερη τιμή να παρουσιάσω σήμερα εδώ την καινούρια δουλειά ενός εμπνευσμένου και αγαπημένου τραγουδοποιού, λογοτέχνη, ζωγράφου… του Λουδοβίκου των Ανωγείων.
Κοινός παρονομαστής των τριών ιδιοτήτων του ξεχωριστού αυτού ανθρώπου είναι η τέχνη. Η τέχνη που έχει τη δύναμη να εγείρει και να δονεί το συναίσθημα, να ευαισθητοποιεί όνειρα και προσδοκίες, να προβάλλει ένα διαφορετικό βλέμμα σε ανθρώπους ή πράγματα, να μετουσιώνει τα ασήμαντα σε σημαντικά, αναδεικνύοντας τις καλά κρυμμένες αλήθειες τους.
Όποιο τραγούδι του Λουδοβίκου κι αν ακούσεις, ό,τι δικό του κι αν διαβάσεις, σε κάνει να σκεφτείς πως ο κόσμος μας έχει πολλαπλές όψεις και ποικίλες αναγνώσεις. Έτσι αγγίζει εμένα το πολύπλευρο έργο του και -πριν μιλήσω για το καινούριο βιβλίο του- θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας κάποια λόγια του που έγιναν αφορμή να αλλάξει η δική μου ματιά απέναντι σε αυτά που συνήθως θεωρούμε ελάχιστα, ταπεινά, ανάξια λόγου.
Το 2002 ήταν νομίζω, όταν κάνοντας ζάπινγκ μια Κυριακή μεσημέρι στάθηκα να παρακολουθήσω την εκπομπή που έκανε τότε η ΕΡΤ και είχε τίτλο «Σαν παραμύθι». Μιλούσε ο Λουδοβίκος και πέτυχα την εκπομπή σε μια στιγμή που έλεγε με φωνή ψιθυριστή: «Η πέτρα είναι τρυφερό πράγμα. Σκαλίζεις αίσθημα πάνω της, γράφοντας μια μαντινάδα, γράφοντας στίχο. Κάποτε αυτοί που θα περπατάνε, θα βρίσκουν μέσα στο χώμα, θα κάνουν έτσι την πέτρα, θα βλέπουν έναν στίχο που ίσως τους αλλάξει την πορεία της σκέψης».
Και παρακάτω έλεγε… «Ο άνθρωπος για να αναγκάσει την πέτρα να υπακούσει στη θέλησή του, κάνει σχέση μαζί της. Την ακούει που του μιλάει για το πού θέλει να μπει. Μα αν εκείνη δε δώσει γνώμη, η πέτρα για να μπει στη θέση της, πρέπει να πονέσει πολύ».
Στη διάρκεια της ωριαίας εκπομπής είπε πολλά, πάρα πολλά για την προσφορά της πέτρας στη διαμόρφωση του πολιτισμού. Μεμονωμένα αν τα άκουγες όλα αυτά για την πέτρα ήταν πράγματα γνωστά σε όλους, ωστόσο η παρουσίασή τους ως αίτιο και αιτιατό, ως προϋπόθεση και αποτέλεσμα, ως υλικό που έχει τη δύναμη να διαμορφώνει και ανθρώπινους χαρακτήρες ακόμα, με εντυπωσίασε.
Σκεφτόμουν τα λόγια του όλες τις επόμενες ημέρες, ώσπου μια εβδομάδα αργότερα αποφάσισα να προτείνω στους μαθητές που είχα ως δασκάλα έρευνα με θέμα «Ο πολιτισμός της πέτρας». Κι εκεί που 29 αρχικά παιδιά και άλλα 73 αργότερα (γιατί στην εξάμηνη διάρκεια του προγράμματος δήλωσαν συμμετοχή κι άλλα σχολεία) πίστευαν μέχρι τότε πως άντε το πολύ πολύ η πέτρα να τα βοηθήσει να ξεφύγουν από την απειλή κάποιου αδέσποτου, συνειδητοποίησαν πως εκείνη -που την κλωτσούσαν στον δρόμο ως τιποτένια- καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την επιβίωση του είδους πάνω στη γη, αλλά και πέρασε τον άνθρωπο από την προϊστορία στην ιστορία.
Αν λοιπόν η ματιά του Λουδοβίκου, μέσω εμού που επηρέασε αρχικά, κατάφερε να αλλάξει τη ματιά 102 παιδιών την πρώτη χρονιά και 320 την επόμενη που πήραμε ως δίκτυο σχολείων ανάλογο πρόγραμμα, σκεφτείτε: έχουμε σύνολο 422 αλλαγμένες ματιές -μαθητών τότε, ενηλίκων με Παιδεία σήμερα και αυριανούς γονείς που θα επηρεάσουν τον τρόπο σκέψης και κατ’ επέκταση τη στάση ζωής των δικών τους παιδιών.
Μα αυτό δεν είναι ένα από τα χρέη της τέχνης; Να μυεί τον άνθρωπο στο να βλέπει και όχι απλώς να κοιτάζει; Αυτό λοιπόν κάνει ο Λουδοβίκος. Εστιάζει με την τέχνη του σε εκείνα που κλέβουν τη δική του ματιά και με την ευαισθησία που τα ντύνει οδηγεί και το δικό σου βλέμμα να τα αγκαλιάσει.
Από τότε και μέχρι σήμερα παρακολουθώ τη διαφορετική ματιά του Λουδοβίκου, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τους στίχους των τραγουδιών του, τις μαντινάδες και τα παραμύθια του. Είναι για μένα ένας σύγχρονος στοχαστής που πάντοτε βρίσκει τρόπο να διαβάζει το περιβάλλον και τα πρόσωπα διαφορετικά και αληθινά. Εκεί που εμείς, για παράδειγμα, κοιτάζουμε μια γηραιά γυναίκα που δεν την αξίωσε η ζωή με δική της οικογένεια να πλέκει καθισμένη στο πεζούλι της γειτονιάς και σκεφτόμαστε «Περνάει την ώρα της», ο Λουδοβίκος βλέπει στο μακρινάρι της καμωμένης άσπρης δαντέλας της το λευκό μονοπάτι που φτιάχνει η γεροντοκόρη για να διαβεί ο πρίγκιπάς της που δεν ήρθε ποτέ.
Εκτιμώ λοιπόν πως το έργο του Λουδοβίκου είναι στο σύνολό του ποιητικό. Διατυπώνεται από λέξεις που έχουν τη δύναμη να σε κάνουν να διαβάζεις πίσω από τις γραμμές, να ζωγραφίζουν νοήματα και να φτιάχνουν από μόνες τους εικόνες ακριβές, γιατί είναι παρμένες από το στόμα των ανθρώπων της γης που τον γέννησε, από το δικό του διάβασμα της φύσης, από τις κουβέντες που άκουσε να λένε τα πράγματα μεταξύ τους, τα λουλούδια, τα πουλιά, η θάλασσα, ο άνεμος. Σε ένα τέτοιο στήσιμο αυτιού θαρρώ γεννήθηκε και το νέο του παραμύθι «Το μυρμήγκι και η πεταλούδα».
Σύμφωνα με την ιστορία… Ένα μυρμήγκι κουβαλάει σπόρους από σιτάρι στην κάψα του καλοκαιριού και στέκεται ιδρωμένο κάποια στιγμή κάτω από τη σκιά μιας μαργαρίτας για να ξαποστάσει. Εκείνη την ώρα μια πεταλούδα πεταρίζει με τα ολομέταξα φτερά της και κάθεται στο στεφάνι της μαργαρίτας. Το μυρμήγκι την καλεί κοντά του για να του λύσει κάποιες απορίες του κι εκείνη με διάθεση φιλική απαντάει σε όλες του τις ερωτήσεις: για το παράξενο πέταγμά της, για τα μεγάλα της φτερά σε σχέση με το μικρό της σώμα, για τις μεταμορφώσεις της, του τονίζει δε τη μικρή διάρκεια της ζωής της. «Αλλά πίστεψέ με» του λέει τελειώνοντας «πιο πολύ αξίζει να βρεθείς έστω για μια στιγμή στην κορυφή του κόσμου παρά μια ζωή ολόκληρη πάνω και κάτω από τη γη».
Από την ώρα εκείνη και μετά το μυρμήγκι ονειρεύεται ουρανό και ξενυχτάει προσπαθώντας να βρει τρόπο να πετάξει «έστω για μια στιγμή στην κορυφή του κόσμου». Ένα βράδυ σαν σε όνειρο βλέπει έναν άγγελο να αποθέτει δίπλα του ένα ζευγάρι φτερά. «Δώρο Κυρίου είναι» του λέει «και μόνο για μια πτήση. Έχεις τρεις ημέρες να το σκεφτείς».
Το μυρμήγκι ξυπνάει προβληματισμένο. Από τη μια καταλαβαίνει πως έχει πια τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει αυτό που πολύ επιθυμεί, από την άλλη φοβάται την ίδια του την επιθυμία. Εκείνο όμως που σκέφτεται διαρκώς είναι «μόνο για μία πτήση; Αξίζει τον κόπο;» Οι δυο πρώτες μέρες περνάνε χωρίς να αποφασίζει. Το «όχι» αποκοιμιότανε στην αγκαλιά του «ναι». Την τρίτη μέρα πάει σε ένα γηραιό μυρμήγκι να ζητήσει γνώμη. Εκείνο το συμβουλεύει «Άκου την καρδιά σου». Το μυρμήγκι δε φωτίστηκε από τη συμβουλή, ωστόσο το αποφάσισε: Με το πρώτο φως της ημέρας θα φορούσε τα φτερά για να πετάξει. Όμως, περιμένοντας να χαράξει, έπεσε σε ύπνο βαθύ. Το ξύπνησε ο άγγελος τη στιγμή που έπαιρνε τα φτερά. Του κάκου τον παρακαλάει το μυρμήγκι να του δώσει μια ευκαιρία… Και τώρα; Αυτό που είχε αποφασίσει να τολμήσει θα έμενε ένα όνειρο;
ΟΧΙ, θα πετούσε και χωρίς φτερά.
Το πώς εξελίσσεται η ιστορία και αν κατάφερε το μυρμήγκι να κάνει την υπέρβαση δε θα σας το αποκαλύψω…
Εκείνο όμως που έχω να πω είναι πως αυτό το παραμύθι του Λουδοβίκου θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί λαϊκό παραμύθι, καθώς πληροί -στο ξεδίπλωμα της πλοκής του- βασικές λειτουργίες που διέπουν τις λαϊκές διηγήσεις και που έχουν επισήμως καταγραφεί από τον Ρώσο θεωρητικό Vladimir Propp. Με μια πρωτοτυπία: Ενώ στα λαϊκά παραμύθια ο ήρωας έχει να ανταγωνιστεί έναν άλλο ήρωα, τον κακό της ιστορίας συνήθως, στο παραμύθι του Λουδοβίκου ο ανταγωνιστής του μυρμηγκιού είναι ο ίδιος του ο εαυτός.
Μεγάλωσε σε μια κοινωνία μυρμηγκιών και γαλουχήθηκε με μια εικόνα για τον εαυτό του επιβεβλημένη από την κοινωνία αυτή: «Εγώ δεν ξέρω να πετώ» λέει κάπου ο ήρωάς μας. Έχει να παλέψει λοιπόν με προκαταλήψεις, αλλά και με τον αντίκτυπο που θα έχει στους όμοιούς του τυχόν εγχείρημά του να υπερβεί τα εσκαμμένα, με μια τόλμη που τα δεδομένα την απαγορεύουν. «Τι θα έλεγαν τα αδέρφια του; Οι φίλοι του; Θα τον κορόιδευαν; Θα τον θαύμαζαν;» αναρωτιέται αλλού. Έχει να ζυγίσει επιπλέον το τίμημα: «Μα μόνο για μια πτήση; Και μετά τι θα γίνει; Ίσως να μην κατέβω ποτέ ξανά στη γη» ταλαντεύεται.
Μπορεί κάποιος να σκεφτεί πως αυτά είναι διλήμματα ανοίκεια για μικρά παιδιά, απασχολούν συνήθως μεγάλους. Σας καλώ όμως να αναλογιστούμε το εξής: Έχει αποδειχτεί πως η εικόνα που σχηματίζει ο άνθρωπος για τον εαυτό του, για το τι μπορεί να καταφέρει και κατ’ επέκταση τι του αξίζει να διεκδικήσει από τη ζωή, διαμορφώνεται μέχρι την ηλικία το πολύ των επτά ετών. Από την εμπειρία μου καταθέτω το εξής:
Τα περισσότερα παιδιά της δικής μου γενιάς μεγαλώσαμε σε πατριαρχικά καθεστώτα και με περιορισμένη τη δυνατότητα ανάδειξης των ικανοτήτων μας, εξαιτίας μιας κατευθυνόμενης τακτικής που ισοπέδωνε την αυτοπεποίθησή μας και εκπορευόταν κυρίως από το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής, το οποίο όμως έβρισκε ερείσματα στην οικογένεια και την κοινωνία. Οι μετέπειτα σπουδές μας και η επαγγελματική μας ίσως καταξίωση αργότερα, σε λίγες μόνο περιπτώσεις κατάφεραν να αλλάξουν την εικόνα του «λίγου» ή του «ανάξιου» που μας είχε, με τον τρόπο του, αναγκάσει να ενδυθούμε το Σύστημα. Έτσι ακόμα και σήμερα, ελάχιστοι από εμάς τολμάμε υπερβάσεις έξω από τα στεγανά μας. Αρκούμαστε στην ασφάλεια των χαμηλών πτήσεων.
Εξυψωνόμαστε όμως -πρωτίστως στον εαυτό μας και δευτερευόντως στα μάτια των άλλων- ακολουθώντας μια τέτοια τακτική; Αποδίδεται στο κοινωνικό σύνολο η ωφέλεια που προκύπτει από τις δυνατότητες του καθενός μας; Όχι. Και σήμερα παρά ποτέ ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να σηκώνεται από το χώμα, να στέκεται στα πόδια του, να βλέπει και να γεύεται ουρανό. Ωστόσο οι ασκήσεις θάρρους για πετάγματα, για να έχουν αποτέλεσμα, πρέπει να αρχίζουν εξ απαλών ονύχων.
Κι εδώ έρχεται το παραμύθι του Λουδοβίκου, όπου το μικρό μυρμήγκι τολμά να υπερβεί τις προκαταλήψεις, τον φόβο του, τη γνώμη των άλλων και να κάνει την πτήση που πίστεψε ότι χρωστάει στον εαυτό του, έστω και χωρίς φτερά.
Το παιδί που θα ακούσει την ιστορία θα ταυτιστεί με τις σκέψεις και τις αρχικές ανασφάλειες του ήρωα, θα απενοχοποιηθεί από αρνητικά συναισθήματα που το κατακλύζουν, θα εντυπωσιαστεί από την απόφαση του μυρμηγκιού, θα λυτρωθεί από το αίσιο τέλος της ιστορίας, θα μυηθεί τελικά να κάνει και το ίδιο μικρές ατομικές καθημερινές υπερβάσεις, που θα το εξασκήσουν στο μεγάλο άλμα, όταν χρειαστεί να διεκδικήσει για τον εαυτό του, για τα παιδιά του, για το ευρύ κοινωνικό σύνολο αυτό που του αξίζει.
Επαναλαμβάνω πως σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, χρειαζόμαστε παιδιά που θα έχουν αυτοπεποίθηση και θα τολμάνε, που δε θα φοβούνται να ξεφύγουν από την πεπατημένη, που θα προσπαθούν να ανέβουν ένα ακόμα σκαλοπάτι για να δουν τον κόσμο από άλλη οπτική και που θα νιώθουν, μεγαλώνοντας, πως είναι άξια για τα Ωραία και τα Μεγάλα, ικανά για να πάνε τον εαυτό τους και τον κόσμο μπροστά.
Ναι, ίσως συμφωνήσετε, να ωθήσουμε τα παιδιά στην τόλμη και τα πετάγματα. Αν όμως πέσουν; Αν πληγωθούν; Μα από τις πτώσεις διαμορφώνεται το ανάστημα του ανθρώπου. Σκεφτείτε πόσες φορές απέτυχε ένα εγχείρημα που τολμήσατε και η αποτυχία αυτή έγινε αιτία μιας επόμενης επιτυχία σας. Το θέμα είναι να βρίσκει κανείς τη δύναμη να τολμά.
Παίρνει λοιπόν το υπέροχο κείμενο του Λουδοβίκου να το αποτυπώσει σε εικόνα ο Νίκος ο Γιαννόπουλος! Ο Νίκος έχει κάνει πολλές και εξαιρετικές εικονογραφήσεις βιβλίων, ωστόσο σε αυτή νομίζω τη δουλειά του… ζωγράφισε! Θα έλεγα πως υπερέβη εαυτόν! Οι εκφράσεις των ηρώων, η επιλογή των χρωμάτων σε κάθε σαλόνι, οι λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν όσα οι λέξεις δε λένε, εντυπωσιάζουν! Κείμενο και εικόνα συνιστούν ένα εκπληκτικό δίδυμο, υπεύθυνο για το βιβλίο-έργο τέχνης που παραδίδεται από τις Εκδόσεις Σαββάλας στο αναγνωστικό κοινό.
Εν κατακλείδι, «Το μυρμήγκι και η πεταλούδα» είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται πολυεπίπεδα. Κάθε ηλικία θα πάρει από το παραμύθι πράγματα που την αφορούν, παράλληλα όμως εκτιμώ πως αυτό το διαμάντι του Λουδοβίκου αποτελεί ένα μοναδικό εκπαιδευτικό εργαλείο στα χέρια των παιδαγωγών που θα θελήσουν να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση των μαθητών τους.
Το λέω αυτό, γιατί η ιστορία τούς δίνει πάτημα να παρακινούν τα παιδιά σε μικρές υπερβάσεις του εαυτού τους κάθε μέρα, να τα επαινούν για κάθε βήμα επιτυχίας τους και να στερεώνουν έτσι βαθμηδόν την πεποίθηση μέσα τους ότι μπορούν να κάνουν πράγματα, ότι μπορούν να έχουν έναν ρόλο στην ομάδα, ότι είναι μοναδικά, αναντικατάστατα και αξιαγάπητα. Αυτή η σταδιακή βεβαιότητα του «μπορώ» που θα αποκτηθεί εκ μέρους των παιδιών θα «γεννήσει» και θα «μεγαλώσει» φτερά στους ώμους τους, φτερά που θα τους δώσουν την αισιοδοξία και τη δυνατότητα να κυνηγήσουν κάποτε το όνειρό τους και να φτάσουν ψηλά, κάποτε και πολύ ψηλά!

Κάντε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση του email σας δεν πρόκειται να δημοσιευτεί.


Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τις παρακάτω HTML tags και attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

*


*